Αρχιμανδρίτης

Αρχιμανδρίτης (Ελληνικά: ?????????? - οι αρχιμανδρίτες) είναι ένας τίτλος Ανατολική ορθόδοξη εκκλησία για έναν ανώτερο abbot ποιος έχει την επίβλεψη διάφορων abbots και μοναστήρια διορισμένος από το α επίσκοπος. Ο τίτλος ήταν σε χρήση από 5$ος αιώνας, με κάποια στοιχεία 4$ος αιώνας χρήση.

Όταν τη μοναστική επίβλεψη πέρασαν σε έναν άλλο επισκοπικό ανώτερο υπάλληλο, Μεγάλος Sakellarios ("ιεροφύλακας"), ο τίτλος του αρχιμανδρίτη έγινε τιμητικός για τα abbots των σημαντικών μοναστηριών, ο τίτλος για συνηθισμένο abbot που είναι hegumenos.

Ρωσική ορθόδοξη εκκλησία απόκτησε τον τίτλο κατά την τελευταία έννοια. Αρχικά σε μερικές περιπτώσεις ήταν ένας πρόσθετος τίτλος, ε.g., Hegumen Polikarp Μοναστήρι σπηλιών του Κίεβου αναφέρθηκε ως "αρχιμανδρίτης Hegumen" στα χειρόγραφα 1174.

1874 τα ρωσικά μοναστήρια ήταν και ταξινόμησαν σε τρεις κατηγορίες, και το κεφάλι ενός μοναστηριού της δεύτερης ή πρώτης κατηγορίας καλείται αρχιμανδρίτη.

Ο όρος προέρχεται από τα ελληνικά ? (archi -) σημασία "η υψηλότερη" και ??? (mandra) σημαίνοντας "την περίφραξη", ή "μάνδρα" για να δείξει "το μοναστήρι" (βλ. η χρήση "του κοπαδιού" για "την κοινότητα").

Ένας αρχιμανδρίτης που δεν είναι abbot ενός μοναστηριού ορίζεται "τον πολύ Αιδεσιμότατος αρχιμανδρίτη" και κάποιος που είναι abbot ορίζεται "το σωστό Αιδεσιμότατος αρχιμανδρίτη".

Αναφορές

  • Αυτό το άρθρο ενσωματώνει το κείμενο από δημόσιος τομέας 1906 Brockhaus και εγκυκλοπαιδικό λεξικό Efron.

 

  > Ελληνικά > en.wikipedia.org (Μηχανή που μεταφράζεται στα ελληνικά)